Η θέση της λογοτεχνίας στη διδασκαλεία της Νέας Ελληνικής ως ξένης γλώσσας

 

Νίκος Ρουμπής – Διδασκαλείο Νέας Ελληνικής Γλώσσας Πανεπιστημίου Αθηνών

Οι εξελίξεις στην εφαρμοσμένη γλωσσολογία και η σύνδεση της διδακτικής της γλώσσας με μια σειρά από άλλες επιστήμες, όπως η παιδαγωγική, η κοινωνιολογία και η ψυχολογία έφεραν στο προσκήνιο τη χρήση μιας νέας μεθόδου, της επικοινωνιακής. Δύο στοιχεία αποτελούν τη βάση της προσέγγισης αυτής και τη διαφοροποιούν από τις προηγούμενες: α) Η έμφαση στην επικοινωνία στην ξένη γλώσσα και β) η στροφή προς τη χρήση αυθεντικού υλικού στη διδασκαλία. Αν και οι μελετητές της μεθόδου αυτής δίνουν έμφαση στα επικοινωνιακά κυρίως κείμενα, εντούτοις είναι οι πρώτοι που μελέτησαν την ένταξη της λογοτεχνίας στη διαδικασία εκμάθησης μιας  ξένης γλώσσας.  Σύμφωνα με αυτούς η διδασκαλία και η μάθηση δεν χαρακτηρίζονται από μια σχέση αιτίου και αποτελέσματος, ενώ οι τεχνικές διδασκαλίας αντιμετωπίζονται ως συνυφασμένες με τις στρατηγικές μάθησης των μαθητών. Οι παιδαγωγικοί στόχοι αφορούν κυρίως στην ανάπτυξη της κοινωνικοπολιτισμικής δεξιότητας και της αυτονομίας των μαθητών.

Με άλλα λόγια, η διδασκαλία εστιάζει πλέον στη ζωντανή χρήση της γλώσσας και βασικός σκοπός της καθίσταται η απόκτηση και η ανάπτυξη της επικοινωνιακής ικανότητας. Το υλικό πρέπει να δίνει ερεθίσματα στους μαθητές να εξασκήσουν τις δομές της ξένης γλώσσας που έχουν κατακτήσει και τις δεξιότητες που σχετίζονται με αυτές. Στο πλαίσιο αυτό η λογοτεχνία, η οποία πλέον γίνεται αντιληπτή ως τύπος συνομιλίας (discourse), μπορεί να αποτελέσει μια εξαιρετικά πλούσια διδακτική πηγή,  καθώς παρέχει λεξιλογικό πλούτο, εκφραστική ποικιλία, διαφορετικά είδη και επίπεδα λόγου κ.λπ. – δηλαδή στοιχεία που μπορούν να αποτελέσουν έναν ιδιαίτερα δυναμικό γλωσσικό οπλισμό για τον ξένο σπουδαστή, εφόσον τα εκμεταλλευτεί επικοινωνιακά. Επιπλέον, τα λογοτεχνικά κείμενα οδηγούν τον διδασκόμενο στη συναισθηματική, αναλυτική και κριτική σκέψη, στη διατύπωση απόψεων και επιχειρημάτων και κατά συνέπεια και στο διάλογο, επομένως στην επικοινωνία.

Από την άλλη πλευρά τα γλωσσικά στοιχεία δεν αποτελούν μόνο γραμματικές δομές αλλά μέρη ενός ευρύτερου συστήματος – διαδικασίας που στόχο έχουν τη μεταφορά πληροφοριών. Αξιοποιώντας τις μελέτες για τη γλώσσα και τη λογοτεχνία αλλά και το συσχετισμό τους, οι μελετητές προέκριναν και την ένταξη της λογοτεχνίας στην εκπαιδευτική διαδικασία, με το σκεπτικό ότι μπορεί αυτή να αποτελέσει παράδειγμα δημιουργικής χρήσης της γλώσσας. Η διδακτική αξιοποίηση της λογοτεχνίας εντάσσεται στην ευρύτερη διαδικασία γραμματισμού στη δεύτερη/ξένη γλώσσα, που γίνεται αντιληπτή, στην περίπτωση αυτή, ως αλυσίδα διαδοχικών μεταβάσεων από τον προφορικό στον γραπτό λόγο, από τον καθημερινό στον επίσημο, από τον μη πρότυπο στον πρότυπο, από τον αυθόρμητο στον επιμελημένο. Το λογοτεχνικό κείμενο κρίνεται απαραίτητο εργαλείο στην εκμάθηση της γλώσσας, στην περίπτωση μας της απαιτητικής ελληνικής,  αφού παρέχει στον σπουδαστή πληροφορίες για τις γραμματικοσυντακτικές δομές, αποτελεί δείγμα αυθεντικού λόγου και λειτουργεί ως πηγή πληροφοριών για τις ιστορικές συνθήκες, τις κοινωνικές δομές και τα ιδιαίτερα πολιτισμικά χαρακτηριστικά του περιβάλλοντος στο οποίο η Γ2, εν προκειμένω η Ελληνική, ομιλείται ως μητρική, καθώς και για τον τρόπο σκέψης των φυσικών της ομιλητών, δεδομένα που σχετίζονται άμεσα με την πλήρη κατάκτηση και την ορθή χρήση της νέας γλώσσας. Παράλληλα, μέσα από τη χρήση διαβαθμισμένων λογοτεχνικών αναγνωσμάτων καλλιεργείται η αναγνωστική ευχέρεια (reading fluency) με την ανάπτυξη της ταχύτητας στην ανάγνωση  (μπορεί να εφαρμοστεί ακόμα και σε αρχικό επίπεδο κατάκτησης της γλώσσας) και της ευκολίας στην κατανόηση των κειμένων, παγιώνεται το ήδη γνωστό λεξιλόγιο, διδάσκονται νέες λέξεις, αναγνωρίζονται και σταθεροποιούνται στο γλωσσικό σύστημα των μαθητών οι γραμματικές και κειμενικές δομές, βελτιώνεται η παραγωγή γραπτού λόγου, χτίζεται η εμπιστοσύνη του αναγνώστη στον εαυτό του, στοιχείο που προάγει την ανεξαρτησία στη μάθηση και τέλος διαμορφώνει θετικές στάσεις (positive attitudes) για την ξένη γλώσσα και τον πολιτισμό της.

[Πηγή: Η θέση της λογοτεχνίας στη διδασκαλία της νέας ελληνικής ως ξένης γλώσσας», στoν 1ο τόμο: Πρακτικά του Διεθνούς επιστημονικού συνεδρίου «Συνέχειες, ασυνέχειες, ρήξεις στον ελληνικό κόσμο (1204-2014): οικονομία, κοινωνία, ιστορία, λογοτεχνία», Κ. Δημάδης (επιμ.), εκδ. Ευρωπαϊκής Εταιρείας Νεοελληνικών Σπουδών, Αθήνα  2015, σελ. 791-799].

Το άρθρο του στην πλήρη του μορφή εδώ

Share this with
Share on FacebookTweet about this on TwitterShare on LinkedIn